χρέω

χρέω
χρέω v. χράω.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χρεώ — want fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρεώ — και επικ. τ. χρειώ, όος και οῡς, ἡ, και σπαν. τ. ουδ. χρεώ, τὸ, Α 1. χρεία, ανάγκη 2. στέρηση, έλλειψη 3. επιθυμία για κάτι 4. προφητεία, χρησμός («χρειὼ θεσπίζων μεταμώνιον», Ανθ. Παλ.) 5. ενασχόληση 6. μτφ. μοίρα 7. φρ. α) «χρειὼ γίγνεται [ή… …   Dictionary of Greek

  • χρέω — Α ιων. τ. βλ. χρῶ (II) …   Dictionary of Greek

  • χρέω — χράω 2 proclaim pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) χράω 2 proclaim pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρειοῦς — χρεώ want fem nom/voc pl (epic) χρεώ want fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρειώ — χρεώ want fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρεών — και χρειών και ιων. τ. χρεόν, τὸ, Α 1. το δέον, το πρέπον, το αναγκαίο και, ειδικότερα: α) το διακηρυσσόμενο από το μαντείο β) το καθορισμένο από τη μοίρα, το πεπρωμένο γ) σπαν. ό,τι συμφέρει ή ό,τι είναι σωστό 2. (με σημ. επιρρ.) με δίκαιο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • χρέος — ους, το, ΝΜΑ, και επικ. τ. χρεῑος και χρῆος και αττ. τ. χρέως και βοιωτ. τ. χρίος και αρκαδ. τ. πληθ. χρήατα και κρητ. τ. πληθ. χρήϊα, τὰ, Α κάθε οφειλή σε χρήμα, σε είδος ή σε υπηρεσία νεοελλ. 1. (νομ.) η παροχή, στο πλαίσιο μιας ενοχικής σχέσης …   Dictionary of Greek

  • χρειῶ — χρείζω want fut ind act 1st sg (attic epic doric) χρεώ want fem nom/voc/acc dual (epic doric aeolic) χρεώ want fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Parmenide — Parménide Pour les articles homonymes, voir Parménide (page d homonymie). Parménide d Élée (en grec Παρμενίδης Parmenídês) est un philosophe grec présocratique. Un dialogue de Platon porte aussi son nom (voir Le Parménide) …   Wikipédia en Français

  • Parménide — Pour les articles homonymes, voir Parménide (homonymie). Parménide d Élée Philosophe grec Antiquité …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”